Το νόημα της ιστορίας και η ΕΡΤ. Του Μαρκ Μεΐμόν

Η αιφνιδιαστική απόφαση του κλεισίματος της ΕΡΤ φαίνεται εκ πρώτης όψεως εντελώς παράλογη και, επιπλέον, αναποτελεσματική. Συνεισέφερε τα μέγιστα στο να απομονώσει την Ελλάδα από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή κοινότητα –το φάντασμα των Συνταγματαρχών πλανάται– συμπεριλαμβανομένων και των οργανισμών που της έχουν επιβάλλει αυτή την τόσο τιμωρητική θεραπεία λιτότητας για το σύνολο του πληθυσμού της.

Αυτό το τραγελαφικό διάταγμα, ωστόσο, δεν έχει βγει από το μυαλό ενός βασιλιά Ουμπού μιας ελληνικής τραγωδίας. Εξετάζοντάς το εκ του σύνεγγυς, εγγράφεται στον κατάλογο των πράξεων του έλληνα πρωθυπουργού  Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος αδιαφορεί για το αν θα αμφισβητηθει, αρκεί να μην κινδυνεύσει ή να μην  του ασκηθεί κριτική απο τον τύπο.

Λιγότερο από έναν χρόνο πριν, δυο δημοσιογράφοι της δημόσιας τηλεόρασης που είχαν την ατυχία να τον δυσαρεστήσουν, απλώς εκδιώχθηκαν άμεσα με εντολή του Νίκου Δένδια, Υπουργού δημόσιας τάξης. Λίγο αργότερα, ήταν ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης που συνελήφθη και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατ’ εντολή της κυβέρνησης. Διέπραξε το ασυγχώρητο λάθος να δημοσιεύσει την περίφημη «Λίστα Λαγκάρντ» με τους επιφανείς έλληνες φοροφυγάδες και κατόχους τραπεζικών λογαριασμών στην Ελβετία. Τέλος, μη σεβόμενος την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να ξανανοίξουν χωρίς καθυστέρηση οι συχνότητες της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ο Αντώνης Σαμαράς αποδεικνύει ότι δεν διαθέτει ιδιαίτερη κλίση προς τη δημοκρατία. Ένα ακόμα μελανό σημείο της Ευρώπης, που βρίσκεται σε μια κρίση που δεν τελειώνει.

Προφανώς, δεν αμφισβητεί κανείς την ανάγκη βαθιάς μεταρρύθμισης της ΕΡΤ ώστε να μπορέσει να καταστεί εκείνος ο πόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που θα σταθεί στο επίπεδο των σύγχρονων προκλήσεων. Είναι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση, χωρίς να προηγηθεί δημοκρατικός διάλογος και διαβούλευση, που έχει εξαιρετική κρισιμότητα.

Ο αγώνας των εργαζόμενων της ΕΡΤ  -που την επαύριον της απόφασης οδηγήθηκαν στην ανεργία- υποστηριζόμενος από τους ακροατές και τους τηλεθεατές, δηλαδή το σύνολο του ελληνικού λαού, είναι παραδειγματικός. Είναι ένας αγώνας για τη δημοκρατία,  με  τον οποίο οι υπόλοιποι ευρωπαίοι δεν μπορούν παρά να είναι αλληλέγγυοι.

Στη Γαλλία, πριν από σαράντα χρόνια, είχαμε ζήσει μια κατάσταση που προσομοιάζει σε αυτή της ΕΡΤ. Εκείνη την εποχή, οι γάλλοι είχαν μόλις εκλέξει έναν νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας που είχε τη φήμη ανθρώπου «ανώτερης ευφυΐας» και που είχε στο μυαλό του, ήδη από την ανακοίνωση της εκλογής του, τον εκσυγχρονισμό της χώρας η οποία «παρεμένε αγκυλωμένη σε απαρχαιωμένες γκολικές δομές». Ξεκίνησε με την οργάνωση της δημόσιας τηλεόρασης, την οποία θεωρούσε ως το αρχέτυπο της εθνικής καθυστέρησης. Ο οργανισμός, που περιλάμβανε χιλιάδες μισθωτούς και στον οποίο χρωστάμε ακόμη και σήμερα τις πιο όμορφες ώρες ραδιοφώνου και τηλεόρασης λεγόταν ORTF, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ζισκάρ ντ’ Εσταίν. Αυτός ο «σκεπτόμενος άνθρωπος» αποφάσισε να διαλύσει την ORTF και να απολύσει όλο το προσωπικό.

Δημιουργήθηκαν τότε άλλοι τηλεοπτικοί φορείς. Συστάθηκε μια επιτροπή, αποστολή της οποίας ήταν να αξιολογήσει και να τοποθετήσει ή όχι το προσωπικό σε αυτούς τους νέους τηλεοπτικούς φορείς. Εκείνη την εποχή, πρέπει να κάνουμε σαφές ότι κανείς δεν αμφισβητούσε το γεγονός ότι η ORTF έπρεπε να αναδιαρθρωθεί, καθώς ο οργανισμός που έφτιαξε ο Ντε Γκολ, πάνω από είκοσι χρόνια πριν, έπρεπε να αλλάξει. Ο Ζισκάρ απλούστατα αποφάσισε την απόλυσή τους. Επίσης, αρκετές εκατοντάδες εργαζόμενοι, κυρίως δημοσιογράφοι που επέμεναν στην ελευθερία της έκφρασής τους –κι όχι τίποτα επικίνδυνοι γκολικοί-  δεν επαναπροσλήφθηκαν.

Συμμετέχοντας -μεταξύ του 1981 και του 1982- στην Επιτροπή για την επανένταξη των αποκλεισμένων της ORTF, η οποία συστάθηκε με την εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν στην Προεδρία της Δημοκρατίας, θυμάμαι ακόμη την περίπτωση εκείνου του συναδέλφου, ενός «παλιού της παλιάς φρουράς» που ήδη είχε φτάσει την ηλικία συνταξιοδότησης και συνεπώς δεν διεκδικούσε το διορισμό του. Ζητούσε από την επιτροπή μόνο να σβήσει το βαθμό «μηδέν» που του είχε αποδοθεί εκείνη την εποχή από την επιτροπή Ζισκάρ: φανταστείτε, δηλαδή, την έκταση της βλάβης που υπέστησαν οι άνθρωποι. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να περάσουν επτά χρόνια ώστε να επανενταχθούν όλοι οι αποκλεισμένοι της πρώην ORTF στους νέους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς με αναδρομική εφαρμογή της αρχαιότητάς τους.  Επιπλέον, οι λογαριασμοί έκλειναν πάντα ισοσκελισμένοι.

Είναι λοιπόν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ–θύματα μιας μορφής τρομοκρατίας της ελληνικής κυβέρνησης- τους οποίους συλλογίζομαι σήμερα και προς τους οποίους θέλω να δηλώσω την αγωνιστική μου αλληλεγγύη και φιλία. Ο αγώνας τους μας αφορά όλους. Θα νικήσουν, γιατί αυτή είναι η κατεύθυνση της ιστορίας.

Μου φαίνεται ότι η φάση που διερχόμαστε είναι, για ένα διάστημα ακόμη, ουσιωδώς πολιτική. Όλοι οι υποστηρικτές της ΕΡΤ πρέπει να προσπαθήσουν αδιάκοπα να πείσουν τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις (πολιτικά κόμματα, τάσεις πολιτικών κομμάτων, προσωπικότητες της πολιτικής και του πολιτισμού, συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλες σχετικές οργανώσεις) να αναγκάσουν το Σαμαρά να σεβαστεί το κράτος δικαίου, δηλαδή την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να ξανανοίξουν οι συχνότητες της ΕΡΤ.

Σε αυτό τον αγώνα δεν απαγορεύονται οι συμβιβασμοί για να επιτευχθούν ευρύτερες συγκλίσεις από δυνάμεις που αποδέχονται την ιδέα μιας βαθιάς μεταρρύθμισης στην ΕΡΤ, εφόσον ανοίξουν οι συχνότητες, έτσι ώστε να καταστεί η δημόσια επιχείρηση κατάλληλη να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις. Ωστόσο, προτεραιότητα είναι η πολιτική μάχη: το κράτος δικαίου πρέπει να γίνει σεβαστό από την κυβέρνηση. Δηλαδή, η ίδια η δημοκρατία.  Αλλά και η υπεράσπιση των ιδανικών που κηρύττει η Ευρώπη των 28, που καθιστά το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία έναν από τα θεμέλια της ύπαρξής της. Πόρρω απέχουμε από έναν έξαλλο αριστερισμό!

Θα είναι λοιπόν δυνατό σε δεύτερο χρόνο, εάν ο Σαμαράς και η κυβέρνησή του επιμείνουν, να τεθεί σε εφαρμογή ένα αντιπαραθετικό σχέδιο προς αυτό που θέλει να εφαρμόσει πάνω στα ερείπια της ΕΡΤ.

Κατά τη γνώμη μου, είναι το σάιτ των εργαζομένων της ΕΡΤ, που έμειναν άνεργοι την επομένη της απόφασης, που θα μπορούσε να καταστεί η βάση της καινούριας «δημοκρατικής ιντερνετικής τηλεόρασης της ΕΡΤ». Από τη μία πλευρά, επειδή οι εργαζόμενοι που δεν θα επαναπροσληφθούν στο νέο φορές του Σαμαρά θα μπορούν να εξασκούν μέσω αυτής τις επαγγελματικές τους δεξιότητες και, από την άλλη, επειδή αυτή η τεράστια δεξαμενή υποστηρικτών και τακτικών επισκεπτών του σάιτ μπορεί να αποτελέσει μια πιθανή πηγή χρηματοδότησης αυτού του πραγματικά εναλλακτικού, προς την ΕΡΤ του Σαμαρά, εγχειρήματος. Πολύ σύντομα, και επειδή δεν έχει φτάσει ακόμα ο καιρός ανάπτυξης αυτού του αντιπαραθετικού σχεδίου, αλλά και επειδή, κατά τη γνώμη μου, βρισκόμαστε ακόμα σε έναν πολιτικό αγώνα τον οποίο προπαντός δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε:

o    η δημοκρατική web-Tv της ΕΡΤ θα μπορεί να συντηρηθεί από το πλήθος των επισκεπτών της, οι οποίοι θα συμμετέχουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους στη χρηματοδότηση της  web-tv

o    θα αποτελέσει μια web tv που θα βρίσκεται στην αιχμή της ενημέρωσης. Θα μπορούσε να ανοιχτεί σε νέες μορφές (μπλογκ, αναμεταδόσεις μπλογκ, ανέβασμα εικόνων από τους πολίτες οι οποίες θα διανέμονται μετά από έγκριση, δηλαδή σεβασμό της δεοντολογίας, κτλ.). Δεν θα δίσταζε να απευθύνει έκκληση σε διωγμένους από το Σαμαρά δημοσιογράφους να εκφράσουν πλήρως τις απόψεις τους, εκτός βέβαια από νεοναζιστικές και νοσταλγικές προς τη χούντα.

o    Θα είναι μια ιντερνετική τηλεόραση που θα μπορεί να ανοιχτεί σε νέες οπτικοακουστικές μορφές, προσαρμοσμένες στα νέα μίντια όπως το web–ντοκιμαντέρ, οι web-σειρές, μεταδόσεις ζωντανών θεαμάτων, σπορ κλπ.

Σκοπός αυτής της web-tv είναι να διατηρήσει ένα επίπεδο πολιτικής, δημοσιογραφικής και πολιτιστικής εγρήγορσης, δηλαδή να προσαρμοστεί πραγματικά στα νέα δεδομένα χρήσης της τηλεόρασης. Απώτερος στόχος είναι προφανώς να ενισχυθεί η αντίσταση που θα ανακόψει την επέλαση της ΕΡΤ του Σαμαρά.

Θα μπορούσα να αναπτύξω τον ορισμό αυτού του νέου αυτοδιαχειριζόμενου ραδιοτηλεοπτικού φορέα που εγγράφεται μέσα στη διαρκή δημοκρατική διαπάλη, αλλά χωρίς να περνιέμαι για το Βλαντιμίρ Ουλιάνοφ της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, πιστεύω ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς.

Ο Μαρκ Μεΐμόν είναι δημοσιογράφος και πρώην διευθυντής της France Télévision. Το κείμενο είναι γραμμένο ειδικά για το rednotebook.
 
Μετάφραση: Σωτήρης Κοσκολέτος

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Προειδοποίηση προέδρων ΤΕΙ προς υπ. Παιδείας: Οι φοιτητές θα εξεγερθούν

ΠΟΕ – ΟΤΑ: Κατάληψη των δημαρχείων σήμερα και αύριο