in

Παιδιά με ειδικές ανάγκες κλειδωμένα σε κλουβιά- Ρεπορτάζ του BBC για το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών

Παιδιά με ειδικές ανάγκες κλειδωμένα σε κλουβιά- Ρεπορτάζ του BBC για το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών

Με τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που είναι κλειδωμένα σε κλουβιά στο Κέντρο Περίθαλψης Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες στα Λεχαινά ασχολείται σε δημοσιεύμα του το βρετανικό δίκτυο BBC, δημοσιεύοντας σχετικό φωτογραφικό υλικό.

Αναλυτικά όσα αναφέρει:

«Τα άτομα με αναπηρία στην Ελλάδα συχνά στιγματίζονται και ξέρουν να αγωνίζονται για να λάβουν την υποστήριξη που χρειάζονται. Μερικά παιδιά με ειδικές ανάγκες που ζουν σε ένα κρατικό ίδρυμα  κλειδώνονται σε κλουβιά – το προσωπικό λέει πως θέλει να βελτιώσει τις συνθήκες, αλλά τα χρήματα δεν είναι αρκετά.

Η 9χρονη Τζένη κινείται εμπρός και πίσω, κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα του ξύλινου κλουβιού.

Όταν η πόρτα είναι ξεκλείδωτη πηδάει κάτω στο πέτρινο πάτωμα και τυλίγει τα χέρια της σφιχτά γύρω από τη νοσοκόμα. Όμως λίγα λεπτά αργότερα επιτρέπει στον εαυτό της να κλειδωθεί ξανά χωρίς φασαρία.

Έχει συνηθίσει το κλουβί της. Είναι το σπίτι της από τότε που ήταν δύο ετών.

Η Τζένη, η οποία έχει διαγνωστεί με αυτισμό, ζει σε ένα κρατικό ίδρυμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες σε Λεχαινά, μια μικρή πόλη στη νότια Ελλάδα, μαζί με πάνω από 60 άλλα παιδιά, πολλά εκ των οποίων είναι κλειδωμένα σε κελιά ή κλουβιά.

Ο Φώτης, ο οποίος είναι στα είκοσί του και έχει σύνδρομο Down, κοιμάται σε ένα μικρό κελί χωρισμένος από τα υπόλοιπα παιδιά με ξύλινες μπάρες που φτάνουν μέχρι το ταβάνι και μια κλειδωμένη πόρτα. Το κελί του είναι επιπλωμένο μόνο με ένα μονό κρεβάτι. Δεν υπάρχουν προσωπικά αντικείμενα σε κοινή θέα οπουδήποτε στο κέντρο.

«Θα πάμε ταξίδι;» είναι η ελπιδοφόρος επωδός αυτού του νευρώδη νεαρού όποτε βλέπει κάποιον ξένο. Αλλά με μόλις έξι μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού για περισσότερα από 65 παιδιά, σπανίως υπάρχει η ευκαιρία να φύγει από το κέντρο.

Στο μικρό δωμάτιο του προσωπικού, μια σειρά από οθόνες τηλεόρασης κλειστού κυκλώματος τρεμοπαίζουν, μόνιμα συντονισμένες στα μεγάλα ξύλινα κουτιά που κυριαρχούν στα δωμάτια του πάνω ορόφου.

Οι κακές συνθήκες ήλθε για πρώτη φορά σε γνώση των αρχών πριν από πέντε χρόνια, όταν μια ομάδα ευρωπαίων πτυχιούχων πέρασε αρκετούς μήνες στο κέντρο ως εθελοντές.

Η Catarina Neves, μία πορτογαλίδα απόφοιτη ψυχολογίας ήταν ανάμεσά τους.

«Την πρώτη μέρα εκεί, ήμουν εντελώς σοκαρισμένος … δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα έχουμε αυτή την κατάσταση σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ήμουν ακόμα περισσότερο έκπληκτη καθώς το προσωπικό συμπεριφέρονταν σαν να ήταν φυσιολογικό», λέει.

Οι εθελοντές έγραψαν τις εμπειρίες τους σε ένα έγγραφο το οποίο έστειλαν στους πολιτικούς, στους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε οργάνωση για τα δικαιώματα των ανθρώπων και των αναπήρων, που μπόρεσαν να βρουν. Περιστασιακά έλαβαν απαντήσεις ευχαριστώντας τους για το ηλεκτρονικό μήνυμά τους, χωρίς καμία υπόσχεση για δράση αλλά ως επί το πλείστον αγνοήθηκαν.

Στη συνέχεια, το 2010, η μαρτυρία των εθελοντών ήρθε στην προσοχή του Έλληνα Συνηγόρου του Πολίτη για τα δικαιώματα του παιδιού, ο οποίος επισκέφθηκε το κέντρο και δημοσίευσε μια καταδικαστική έκθεση στην οποία τονίζεται,«οι εξευτελιστικές συνθήκες διαβίωσης … η στέρηση της φροντίδας και της υποστήριξης που παρέχεται, η χρήση κατασταλτικών φαρμάκων, τα παιδιά να δένονται στα κρεβάτια τους, η χρήση ξύλινων κλουβιών-κρεβατιών για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, η ηλεκτρονική επιτήρηση, καθώς και το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές συνιστούν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Αναφέρθηκε, επίσης, στο γεγονός ότι είχαν υπάρξει αρκετοί θάνατοι στο κέντρο λόγω της έλλειψης εποπτείας. Ένα 15χρονο παιδί πέθανε το 2006 μετά από πνιγμό με ένα αντικείμενο που είχε καταπιεί κατά λάθος. Δέκα μήνες μετά, όταν ένα 16χρονο παιδί πέθανε, η νεκροψία αποκάλυψε ότι το στομάχι του ήταν γεμάτο από κομμάτια υφάσματος, νήματος και επιδέσμων.
Ήταν μετά από αυτά τα περιστατικά ότι η διεύθυνση  του κέντρου αποφάσισε ότι τα επίπεδα στελέχωσης κατέστησαν αδύνατο να προστατευθούν τα παιδιά από το κακό. Η λύση τους ήταν να κατασκευάζονται τα κλουβιά για τα παιδιά κατά παραγγελία.

Ωστόσο, η έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κλουβιά και οποιεσδήποτε πρακτικές χρησιμοποιούν μακροχρόνιους περιορισμούς «είναι σαφώς παράνομα και σε άμεση αντίθεση με την υποχρέωση για σεβασμό και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων», και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να λάβει άμεσα μέτρα για να διορθώσει την κατάσταση.

Όμως, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια οι μόνες αλλαγές είναι επιφανειακές.

Μερικές από τις ξύλινες ράβδους έχουν ζωγραφισμένο και βρέθηκε χρηματοδότηση προκειμένου να μετατραπεί η αίθουσα για την ημέρα σε μια περιοχή για παιχνίδι με μαλακά παιχνίδια- αλλά δεν υπάρχει ακόμα κανένας να καταπιαστεί με τα παιδιά, τα οποία κάθονται  μόνα στο δωμάτιο σε τα πλαστικά πατάκια να κινούτνται εμπρός και πίσω και να κοιτούν τους τοίχους ενώ ένας βοηθός τα παρακολουθεί από την πόρτα.

Υπάρχει μόνο μία νοσοκόμα και ένας βοηθός ανά όροφο υπεύθυνοι για περισσότερα από 20 παιδιά – δεν υπάρχει κανένας μόνιμος γιατρός στο κέντρο.

Όταν τα παιδιά πρέπει να πάνε στο νοσοκομείο, συνοδεύονται από τη μια από τις νοσοκόμες που σημαίνει ότι περισσότερα από 20 παιδιά αφήνονται στη φροντίδα ενός μόνο ατόμου.

«Σε μια νυχτερινή βάρδια συχνά με άφηναν μόνη με τρεις βοηθούς, οι οποίες δεν είναι καν νοσοκόμες, για να φροντίσουμε περισσότερους από 60 ασθενείς. Αν υπήρχε οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα με τα παιδιά δεν υπήρχε κανείς για να ζητήσουμε βοήθεια εκτός από τον Θεό», λέει μία μεγαλύτερη νοσοκόμα που πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε από το κέντρο και μίλησε στο BBC υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Η ίδια λέει ότι τα κλουβιά ήταν απαραίτητο. «Παλέψαμε για να δημιουργηθούν αυτά τα κρεβάτια-κλουβιά προκειμένου να δώσουμε στα παιδιά περισσότερη ελευθερία. Πριν από αυτό, τα παιδιά είχαν μονίμως δεμένα τα χέρια και τα πόδια τους στα κρεβάτια τους.

«Τέλος πάντων, πλέον τα συνήθισαν. Τους αρέσει».

Ο ντόπιος γιατρός Γιώργος Γιώτης που προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του στο κέντρο για πάνω από δύο δεκαετίες, βλέπει επίσης τα κλουβιά με μία θετική ματιά.

«Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα από τα καλύτερα ιδρύματα για παιδιά με ειδικές ανάγκες όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη», λέει.

«Πολλά από αυτά τα παιδιά με ειδικές ανάγκες έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το μέσο προσδόκιμο ζωής τους και αυτά τα ακριβά κρεβάτια-κλουβιά, τα οποία κατασκευάστηκαν  για να βοηθήσουν προκιεμένου να τα προστατέψουν από το να τραυματίσουν τους εαυτούς τους, έχουν παίξει ένα μεγάλο ρόλο σε αυτό».

Ο νέος διευθυντής του κέντρου Τζίνα Τσουκαλά, η οποία δεν έχει πληρωθεί εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, λέει ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί, γιατί αισθάνεται ότι χρωστά στα παιδιά το να παραμείνει και να πολεμήσει για τον αγώνα τους.

«Προφανώς, δεν θα έπρεπε να έχουμε κλουβιά εδώ αλλά είναι αδύνατο για εμάς να διαχειριστούμε χωρίς αυτά, όταν έχουμε τόσο χαμηλά επίπεδα προσωπικού».

«Ορισμένα από τα παιδιά έχουν αυτοκαταστροφικές τάσεις ή είναι εριστικοί και έτσι με τη συμβουλή του γιατρού πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα ξύλινα χωρίσματα. Αλλά τα παιδιά εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να επικοινωνούν και σε κάποιο βαθμό να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους».

Το μεσημέρι τα παιδιά που βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα ταΐζονται  μέσα στα κλουβιά τους.

Η διοικητής λέει ότι μόνο οι πολύ βασικές ανάγκες των παιδιών μπορούν να καλυφθούν από το προσωπικό της. Σε μία βάρδια μια νοσηλεύτρια και ο βοηθός πρέπει να αλλάξετε τις πάνες σε πάνω από 20 παιδιά, να τους δώσει νερό, να τους ταΐσει και να τους χορηγήσει φάρμακα.

«Κάνουμε ό, τι μπορούμε, αλλά δεν έχουμε τους πόρους για να δώσουμε τίποτα άλλο», λέει η κα Τσουκαλά.

«Περισσότερα από τα δύο τρίτα των παιδιών αυτών έχουν εγκαταλειφθεί από τις οικογένειές τους και δεν έχουμε το χρόνο να τους δώσουμε την συναισθηματική υποστήριξη που θα θέλαμε, ούτε να τους δώσει την ατομική φροντίδα που τους αξίζει».

Αλλά το επιχείρημα ότι τα κλουβιά υπάρχουν για την ασφάλεια των παιδιών είναι λάθος, λέει ο Steven Allen, από το  Mental Disability Advocacy Center (MDAC) – μια διεθνή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα άτομα με διανοητική αναπηρία.

«Τα κλουβιά είναι εκεί για να προστατεύσει το προσωπικό, όχι τα παιδιά», λέει. «Βασίζονται σε ένα μοντέλο φροντίδας που έχει να κάνει με τον εξαναγκασμό, τον περιορισμό και κάνοντας τους ανθρώπους με αναπηρίες εύκολο να τους χειριστείς, χωρίς να τους αντιμετωπίζει ως ανθρώπινα όντα με δικαιώματα».

«Το να κρατούνται σε ένα κλουβί είναι σοβαρά επιζήμιο για την ψυχολογική υγεία των ασθενών, δεν έχει καμία θεραπευτική αξία και μπορεί στην πραγματικότητα να είναι σωματικά επικίνδυνο. Υπήρξαν περιπτώσεις [αλλού], όπου οι μπάρες των κλουβιών έχουν πέσει στους ασθενείς και τους σκότωσε», λέει.

Το MDAC λέει ότι οι μόνες άλλες χώρες που χρησιμοποιούν αυτή τη στιγμή παρόμοια κρεβάτια-κλουβιά είναι η Τσεχική Δημοκρατία και η Ρουμανία.

Ο επικεφαλής της Ένωσης για τις οικογένειες και τα άτομα με αναπηρίες στην Ηλεία, τον τοπικό νομό, Ιωάννης Παπαδάτος, έχει το γραφείο του σε ένα τελευταίας τεχνολογίας κέντρο σχεδιασμένο για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Συμπληρωμένο με πισίνα, φυσιοθεραπεία και εγκαταστάσεις για λογοθεραπεία, καθώς και ένα μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων για ημι-ανεξάρτητη διαβίωση, κτίστηκε με κονδύλια της ΕΕ.

Αλλά σήμερα κάθεται άδειο, διότι το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά να το στελεχώσει.

Ο Ιωάννης Παπαδάτος συνήθιζε να είναι στα συμβούλια των επιτροπών για το κέντρο των παιδιών στα Λεχαινά μέχρι πέρυσι. Ο ίδιος λέει ότι αγωνίστηκε για να γίνουν καλύτερες οι συνθήκες στο κέντρο – δύο κορίτσια με αυτισμό τώρα πηγαίνουν σε ένα ειδικό σχολείο για λίγες ώρες την ημέρα.

Αλλά για πολλά παιδιά, λέει, «Η μόνη φορά που πραγματικά θα κυκλοφορήσουν είναι όταν πεθαίνουν.”

Αυτό είναι ένα θέμα στην καρδιά του. Το πρώτο παιδί του, ο 24χρονος Αντώνης, γεννήθηκε με σύνδρομο Down.

Ο Αντώνης έχει επισκεφθεί το κέντρο με τον πατέρα του και έχει δει ανθρώπους σε παρόμοια κατάσταση με την δική του να ζουν πίσω από τις μπάρες.. Όταν ρωτάται  γι’ αυτό, ο ίδιος εμφανώς τρέμει.

«Ω, μη μιλάμε γι’ αυτό. Μου φέρνει ρίγος»,  λέει.

Κοινωνικός και με αυτοπεποίθηση, ο Αντώνης δεν είναι συνηθισμένος σε αυτό, μεγάλωσε  με τους γονείς οι οποίοι ήταν περήφανοι γι ‘αυτόν και τον ενθάρρυνε να ζήσει μία ανεξάρτητη ζωή όσο είναι δυνατόν, σε μια χώρα όπου η αναπηρία εξακολουθεί να στιγματίζεται.

Η Τζίνα Τσουκαλά αναφέρει ότι οι μητέρες μερικών από τα παιδιά δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή τους. Πιστεύει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν γεννήθηκαν τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας και το νοσοκομείο συνωμότησαν για να πουν στη μητέρα ότι το μωρό είχε πεθάνει.

Υπάρχουν περίπου δώδεκα κέντρα για παιδιά και ενήλικες με αναπηρία στην Ελλάδα, αλλά το να έχει κανείς πρόσβαση σε αυτά είναι δύσκολο και δεν είναι σαφές ποιες είναι οι συνθήκες σε καθένα από αυτά. Τα αιτήματα του BBC για να επισκεφθεί άλλα ιδρύματα στην Αθήνα και το Σιδηρόκαστρο, στο βόρειο τμήμα της Ελλάδας, απορρίφθηκαν.

Αλλά υπάρχουν σχέδια για να βελτιωθεί το ίδρυμα στη Λεχαινά και άλλα παρόμοια σπίτια, λέει η Έφη Μπέκου, η γενική γραμματέας υπεύθυνη της κοινωνικής πρόνοιας στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας

«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 12 κέντρα για παιδιά και ενήλικες με αναπηρία σε όλη την Ελλάδα, αλλά ανοίγουμε αυξημένο αριθμό κέντρων περίθαλψης και ελπίζουμε να κλείσουμε τελικά όλα τα μεγάλα ιδρύματα.”

Λέει ότι η οικονομική κρίση σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος δεσμεύεται με τους κανόνες που καθορίζονται από τους δανειστές της στην ΕΕ και το ΔΝΤ, συμπεριλαμβανομένου ενός μορατόριουμ για την πρόσληψη νέου προσωπικού – ως αποτέλεσμα, λέει, θα ήταν αδύνατο να προσλάβουμε τον αριθμό του προσωπικού που απαιτείται στο κέντρο.

Όμως, ενώ η ίδια λέει ότι η κυβέρνηση συζητά την κατάσταση των παιδιών, η ίδια παραδέχεται πως «δεν μπορώ να σας δώσω ένα ακριβές χρονοδιάγραμμα για το πότε εκείνα τα παιδιά θα μεταφερθούν εκτός του εν λόγω ιδρύματος.».

Μετάφραση: Ευγενία Χατζηγεωργίου

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

«Μια κανονική μέρα» στο θέατρο Αυλαία

“Η ταχύτητα σκοτώνει”. Παρέμβαση στην πλ. Αριστοτέλους (φωτο)