Οι κινητοποιήσεις της περιόδου 1975-76 και η εργατική πολιτική του κράτους

Του Στάθη Κουτρουβίδη*

Ενώ το πολιτικό σύστημα ομαλοποιούνταν, η επιλογή εκτροπής από το δημοκρατικό δρόμο έμπαινε στο περιθώριο, το ΚΚΕ γινόταν αποδεκτό και αποφασιζόταν η πλήρης νομιμοποίησή του, απεργίες, διαδηλώσεις, έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και ζυμώσεις περιγράφουν ένα τοπίο κοινωνικής αντιπαράθεσης ιδιαίτερα οξυμένο.

Στην πραγματικότητα ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο είχε προκύψει, το οποίο ερχόταν σε πλήρη ρήξη με την τότε επίσημη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, (ΓΣΕΕ κτλ.), και που στο εσωτερικό του επίσης παρουσίαζε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις. Σε όλη τη χώρα, στις βιομηχανίες δημιουργήθηκαν εργοστασιακά σωματεία, διαμορφώνοντας παράλληλα τις πρώτες βάσεις αυτοοργάνωσης. Η κοινωνική αφύπνιση του εργατικού κινήματος εκείνη τη στιγμή δεν απέφερε σημαντικές αλλαγές, αλλά είχε πολιτικές συνέπειες σε βάθος χρόνου και επηρέασε ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο. Η αντίδραση του συνδικαλιστικού κινήματος σηματοδοτήθηκε από την αφύπνιση του εργοστασιακού συνδικαλισμού και τη δραστηριοποίησή του μέσα από τα πρωτοβάθμια σωματεία. Ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι, όπως η Χαλυβουργία, η χαρτοποιία, ο ιματισμός, η υποδηματοποιία, ο κλάδος των πετρελαίων μετατρέπονται σε χώρους σύγκρουσης. Επομένως κατά τη διετία αυτή αναπτύσσεται ένας πολύμορφος αγώνας, όπου οι πρωταγωνιστές του χρησιμοποιούν όλες τις μορφές πάλης, στάσεις εργασίας, απεργίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις για να αντιδράσουν. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε γενικές συνελεύσεις των εργαζομένων ανά επιχείρηση, ενώ όπου υπάρχει βιομηχανική επιχείρηση, ο κόσμος της εργασίας κινητοποιείται.

Κύριο χαρακτηριστικό

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του κοινωνικού ξεσπάσματος ήταν η μαζική συμμετοχή στις απεργίες, η οποία βασίστηκε στη ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου της εργασίας. Η πρώτη εργατική αντίδραση καταγράφεται στο εργοστάσιο Λευκοσιδήρου της Νάσιοναλ Καν στην Ελευσίνα, όταν στις 4/10 του 1974, απολύεται ο εργαζόμενος Γιάννης Δημουλέας. Ο ριζοσπαστισμός των αγωνιζομένων εργατών επιβεβαιώνεται από δύο συμβολικού χαρακτήρα σημεία: Ήταν η περίοδος κατά την οποία για πρώτη φορά αντηχεί στους δρόμους το σύνθημα: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», ενώ λίγους μήνες αργότερα, πραγματοποιείται η μεγαλειώδης πορεία των εργατών της ΜΕΛ (Μακεδονικής Εταρεία Λαδόπουλου) από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα με τα πόδια, η οποία γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό στην Αθήνα.

Πώς προέκυπτε αυτή η «αντίφαση»;

Πρώτον, μπορεί να την εξηγήσει κανείς με οικονομικούς όρους. Είχε προηγηθεί η πετρελαϊκή κρίση του 1973, οι συνέπειες της οποίας επηρέασαν έντονα την οικονομική πολιτική στη χώρα. Μπροστά μάλιστα στον κίνδυνο της γενικής υποχώρησης της οικονομίας και της αστάθειας που συνεπαγόταν η κρίση, με κύριες εκδηλώσεις τον περιορισμό της ζήτησης, τη σημαντική μείωση επενδύσεων, οι εργοδότες σκληραίνουν τη στάση τους. Κρατούν καθηλωμένους τους μισθούς και προσπαθούν μέσω αυτού να ισοφαρίσουν τις όποιες απώλειες εσόδων.

Δεύτερον, υπάρχει ένας πολιτικός λόγος που σχετιζόταν με οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το πολιτικό σύστημα επιχειρεί να επιβάλλει ένα πολύ αυστηρό κανονιστικού χαρακτήρα πλαίσιο στον κόσμο της εργασίας. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο που επιβάλλεται έμοιαζε περισσότερο με αυτό της επτάχρονης χούντας, παρά με την αλλαγή που είχε επέλθει με την ανατροπή της. Το τρίπτυχο των νομοθετημάτων της περιόδου με κορυφαία πράξη την ψήφιση του πιο αντεργατικού νόμου 330, σκιαγραφεί ανάγλυφα την πολιτική της κυβέρνησης. Ο νόμος που κατ’ ευφημισμό είχε την επωνυμία «Περί προστασίας των συνδικαλιστικών ελευθεριών», περιόριζε τη δυνατότητα των απεργιακών κινητοποιήσεων, επέτρεπε το Λοκ- άουτ στις επιχειρήσεις, την ανταπεργία και απαγόρευε την πολιτική απεργία. Συνολικά επέβαλε ένα κανονιστικό πλαίσιο πολύ πιο αυστηρό από αυτό που ίσχυε και έδινε το δικαίωμα σε όσους είχαν συμφέρον να προσβάλουν τη διαδικασία της απεργίας στα δικαστήρια  με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Ποιά ήταν τα κύρια αιτήματα των απεργών;

Πέρα από το οικονομικό, δηλαδή της αύξησης περίπου κατά 35% των μισθών, το οποίο αποτελούσε κοινό και πάγιο αίτημα όσων διαμαρτύρονταν, προβάλλεται μια γκάμα αιτημάτων που κάλυπτε διαφορετικά επίπεδα: από την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, την ύπαρξη πρόνοιας για την έγκαιρη πρόληψη και αντιμετώπιση ατυχημάτων, την υπεράσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών. Το αίτημα ωστόσο της κάθαρσης του στελεχιακού δυναμικού των επιχειρήσεων από όσους είχαν ιδιαίτερη σχέση με το προηγούμενο καθεστώς αποτέλεσε σημείο θετικής υποδοχής από το σύνολο της κοινωνίας. Στην πορεία το εύρος των αιτημάτων διευρύνθηκε. Η επαναπρόσληψη των απολυθέντων αποτέλεσε μια ακόμα αιτία σύγκρουσης.

Απαντήσεις της εργοδοσίας

Η άμεση απάντηση της εργοδοσίας και των αρχών μπροστά σε αυτό το κοινωνικό ξέσπασμα ήταν ο πέλεκυς της απόλυσης που επικρεμόταν πάνω από τα κεφάλια των εργατών. Χιλιάδες εργαζόμενοι την επαύριο των κινητοποιήσεων βρίσκονται στο δρόμο. Η απάντηση ωστόσο αποκτά και άλλου τύπου χαρακτηριστικά καθώς ενσωματώνει τη βία (πολλά εργοστάσια γίνονται πεδία συγκρούσεων λόγω της δράσης απεργοσπαστικών κύκλων με τη συμμετοχή μελών παραστρατιωτικών οργανώσεων που είχαν στηρίξει το καθεστώς της επταετίας) είτε επιχειρεί χρησιμοποιώντας και την ηγεσία του εργατικού κινήματος να μειώσει την ένταση της κοινωνικής αντίδρασης. Χαρακτηριστική σε αυτό το επίπεδο ήταν η παρέμβαση του Χ. Καρακίτσου ο οποίος ζητά από τους εργαζόμενους της Νάσιοναλ Καν να γυρίσουν στις δουλειές τους, με την υπόσχεση ότι η διοίκηση θα ικανοποιήσει τα αιτήματά τους.

Τον Μάϊο του 1976 κορυφώνεται η σύγκρουση. Αφορμή για την κορύφωση αυτή δίνεται από την κυβέρνηση που αποφασίζει να ψηφίσει στις 24 Μαΐου το νόμο 330, ο οποίος είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Η ΓΣΕΕ αποφασίζει διήμερη 48ωρη απεργία. Το Αστυνομικό Δελτίο των ημερών καταγράφει μια νεκρή από αύρα που δεν σχετιζόταν με τις κινητοποιήσεις, 75 τραυματίες, 190 συλλήψεις (σε Αθήνα ύστερα από τις συγκρούσεις και σε Ρόδο λόγω της διαμαρτυρίας για την παρουσία του 6ου στόλου στο λιμάνι του νησιού) 37 άτομα σε δίκη με τις ακόλουθες κατηγορίες: «θρασύτης κατά της αρχής, διατάραξη της κοινής ειρήνης, αντίσταση κατά της αρχής, περιύβριση αρχής, διατάραξη ασφαλείας συγκοινωνιών, σωματική βλάβη σε βάρος αστυνομικών, νόμος 4000/59 περί τεντυμποϊσμού και πρόκληση κινδύνων δια λιθοβολισμού και άλλων βανδαλισμών».

Η μαζική κινητοποίηση των εργαζομένων στις απεργίες βασίστηκε σε μια σταθερή ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου της εργασίας. Η άντληση αυτής της ριζοσπαστικότητας προήλθε από τις κινητοποιήσεις και τον αγώνα που είχαν προηγηθεί κατά της δικτατορίας. Παρά την ριζοσπαστικότητα που χαρακτηρίζει τις κινητοποιήσεις, η αριστερά και τα κόμματά της δεν αντιμετωπίζουν ενιαία τις κινητοποιήσεις. Μολονότι τις υποδέχονται θετικά, στο βαθμό που αυτές συνοδεύονται και από μια υποστήριξη της πολιτικής τοποθέτησης κάθε πολιτικού χώρου. Ο Ριζοσπάστης την επομένη της 30ης Μαΐου 1976 μιλά για «φασιστο-προβοκάτορες αιματοκύλισαν την Αθήνα», την ίδια στιγμή που η φιλοκυβερνητική Μακεδονία έχει τίτλο: «Ματοκύλισαν την Αθήνα, εξτρεμιστικά στοιχεία». Το υποκείμενο απλά αλλάζει και αυτό έχει τη σημασία του στην ανάλυση και στην προσέγγιση των γεγονότων.

Ο νόμος απλά καθυστερεί να ψηφιστεί ορισμένες μέρες, αλλά περνά από τη Βουλή. Θα περάσουν ωστόσο αρκετά χρόνια, ώστε σε ένα τελείως διαφορετικό πολιτικό κλίμα με κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ και Πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, να ψηφιστεί ένας νέος νόμος που θα ακυρώσει στην πράξη τον 330. Τις κινητοποιήσεις θα ακολουθήσει ένα πογκρόμ διώξεων και απολύσεων, εναντίον όσων εκείνην την περίοδο βρέθηκαν στην πρωτοπορία του κινήματος. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε με ακριβείς αριθμούς (αν και η πλειονότητα των αναφορών κάνει λόγο για πάνω από 15.000 απολύσεις), αλλά γνωρίζουμε ότι ως απάντηση σε αυτές θα ακολουθήσει και ένα κίνημα αντίστασης. Αρχικά συστήνεται Επιτροπή Απολυμένων Απεργών και Συνδικαλιστών από διαφορετικά σωματεία εργαζομένων που αποφασίζουν να προχωρήσουν σε ακόμα πιο δυναμικές κινητοποιήσεις, ακόμα και απεργία πείνας. Σιγά – σιγά το κίνημα αυτό αρχίζει να μαζικοποιείται και να αντιδρά…

Η προσωρινή ήττα του κινήματος άφησε εμφανείς πολιτικές συνέπειες και παρακαταθήκες. Το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε ο ουσιαστικός πολιτικός υποδοχέας της τότε κοινωνικής έντασης. Οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν και μετά την ψήφιση του νόμου με σαφή όμως φθίνουσα πορεία.

Εσωτερικές διαφοροποιήσεις του κινήματος

Η πτώση της δικτατορίας όμως δημιούργησε και εύφορο έδαφος στην πανσπερμία των πολιτικών οργανώσεων της άκρας αριστεράς και του αναρχισμού, καθώς είχαν βρει σημαντικές αναφορές τις οποίες αντλούσαν από το κοντινό παρελθόν, και αυτές ήταν οι αντιδράσεις στο πλαίσιο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Η κοινωνία στο σύνολό της υποδέχεται θετικά τις αντιδράσεις, τις κινητοποιήσεις, ωστόσο υπάρχουν πολλά τμήματα της που συμμετέχουν σε αυτές τις συγκρούσεις χωρίς να θίγονται άμεσα. Οι οικοδόμοι κινητοποιούνται στηρίζοντας τις αντιδράσεις των βιομηχανικών εργατών, πέρα από τα δικά τους αιτήματα. Πολλοί φοιτητές επίσης υποδέχονται θετικά τις κινητοποιήσεις των βιομηχανικών εργατών και συμπαραστέκονται ενεργά στον αγώνα των εργατών.

Υπήρξαν όμως και σημαντικές και σπουδαίες συνέπειες σε θεσμικό επίπεδο, καθώς το 1976 έξι σωματεία αποφασίζουν να συντονίσουν τη δράση τους και να συστήσουν ένα κοινό σωματείο την ΟΒΕΣ (Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργατοϋπαλλήλων Σωματείων), (Πίτσος, ΕΒΙΟΠ- ΤΕΜΠΟ, ΕΒΙΟΠ – ΤΕΜΠΟ Χαλκίδας, Βαμβακουργία Μαρτίνου, Οινοποιία Καμπάς, ΒΙΣ). Μέσα σε σχετικά σύντομο διάστημα, το 1983, πλέον τα 6 αρχικά σωματεία είχαν γίνει 120.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά που δημοσιεύεται στην Εργατική Ενότητα, περιοδικό του ΑΕΜ (Αντιδικτατορικού Εργατικού Μετώπου), τχ. 20 που έδειχνε την αλλαγή που συνέβη στο πλαίσιο αυτού που επισημαίνω ως «κοινωνική αφύπνιση»:

«Με το πέσιμο της λαομίσητης χούντας οι εργάτες της ΠΙΤΣΟΣ αρχίζουν σιγά – σιγά να κινούνται για την δημιουργία του εργοστασιακού τους σωματείου. Έχει ωριμάσει η ιδέα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη χώρα μας, με την ίδρυση των τεράστιων πολυεθνικών, εργοστασιακών μονάδων, η δημιουργία και η συσπείρωση των εργαζομένων στα εργοστασιακά συνδικάτα τους, για την πιο μαζική και αποτελεσματική πάλη τους κατά της εργοδοσίας. Δημιουργείται η πρώτη επιτροπή που προχωρεί στη σύνταξη του καταστατικού. Παράλληλα, κυκλοφορούν και οι πρώτες προκηρύξεις που αναφέρονται στις άσχημες, συνθήκες δουλειάς, και καλούν τους εργάτες να γραφούν στο Σωματείο τους. Η εργοδοσία αντιδρά. Αρχές του Μάη του 1975 σχολάει από τη δουλειά 4 από τα ιδρυτικά μέλη του σωματείου, με τη δικαιολογία της μείωσης προσωπικού. Σε μια βδομάδα ακολουθούν και άλλες απολύσεις. Οι εργαζόμενοι του εργοστασίου ξεσηκώνονται. Διεκδικούν αποφασιστικά τα αιτήματά τους, και την επαναπρόσληψη των απολυθέντων. Ο αγώνας έχει πάρει σωστό δρόμο. Εδραιώνεται η θέση του σωματείου με την ολοένα και μεγαλύτερη συσπείρωση εργαζομένων».

Και αυτό συνέβη ανεξάρτητα αν πέτυχε τους άμεσους στόχους της ο αγώνας και η απεργία των εργαζομένων.

* Ο Στάθης Κουτρουβίδης είναι ιστορικός. Το κείμενο είναι η ομιλία του στο συνέδριο που διοργάνωσε το περιοδικό Historein και το Freie Universitat με θέμα: Μεταπολίτευση: από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Ο πολίτης Γιάννης Μανωλεδάκης. Κείμενα στην εφημεριδα Χορτιάτης 570. Του Ζώη Κάσαρη

Μία επιπλέον εξεταστική τον Φεβρουάριο