Η εποχή της παλινδρόμησης . Του Πίλτζερ Τζον

Η εποχή της παλινδρόμησης . Του Πίλτζερ Τζον

Γνωρίζω τον ταχυδρόμο μου πάνω από 20 χρόνια. Ευσυνείδητος και καλοδιάθετος, αποτελεί την ενσάρκωση των δημόσιων υπηρεσιών στα καλύτερά τους. Τις προάλλες τον ρώτησα: “Γιατί στέκεσαι στο κατώφλι κάθε πόρτας σαν στρατιώτης σε παρέλαση;”.

“Νέο σύστημα” αποκρίθηκε. “Δεν αρκεί πια να ρίχνω τα γράμματα κάτω από τις πόρτες. Πρέπει να πλησιάζω κάθε πόρτα με συγκεκριμένο τρόπο και να τα ρίχνω με συγκεκριμένο τρόπο.” “Γιατί;” “Ρώτα αυτόν εκεί”. Στην άλλη πλευρά του δρόμου στεκόταν ένας βλοσυρός νέος με σημειωματάριο, η δουλειά του οποίου ήταν να παρακολουθεί τους ταχυδρόμους και να βεβαιώνεται ότι συμμορφώνονται με τους νέους κανονισμούς, που φυσικά προετοιμάζουν το έδαφος για την επικείμενη ιδιωτικοποίηση. Επαίνεσα τον ταχυδρόμο μου στον παρατηρητή. Η έκφρασή του παρέμεινε αναλλοίωτη, αν εξαιρέσει κανείς ένα στιγμιαίο ίχνος σύγχυσης.

Στο βιβλίο του “Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος”, ο Άλντους Χάξλεϊ περιγράφει μια νέα τάξη, εθισμένη σε μια κανονικότητα που δεν είναι καθόλου κανονική “επειδή είναι τόσο καλά προσαρμοσμένοι στον τρόπο ύπαρξής μας, επειδή η ανθρώπινη φωνή τους σίγησε τόσο νωρίς στη ζωή τους, ώστε να μην αγωνιστούν ούτε να υποφέρουν, ούτε να αναπτύξουν τα συμπτώματα των νευρωτικών”.

Η παρακολούθηση είναι φυσιολογική στην εποχή της παλινδρόμησης – όπως αποκάλυψε και η υπόθεση Σνόουντεν. Οι κάμερες στους δρόμους είναι κάτι το φυσιολογικό. Η καταπάτηση των ελευθεριών είναι φυσιολογική. Η δυσφήμιση ευγενών εννοιών, όπως “δημοκρατία”, “μεταρρύθμιση” και “δημόσια υπηρεσία”, είναι φυσιολογική. Οι πρωθυπουργοί που ψεύδονται για τις σχέσεις τους με οικονομικά συμφέροντα ή την πρόθεσή τους να κηρύξουν πόλεμο είναι κάτι το φυσιολογικό.

Η σκόπιμη καταστροφή ενός αποτελεσματικού θεσμού προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος είναι κάτι το φυσιολογικό. Ο ταχυδρόμος δεν είναι πια ένας ταχυδρόμος που κάνει μια αξιοπρεπή δουλειά. Είναι ένα αυτόματο που πρέπει να παρακολουθείται, ένα ρολόι που πρέπει να κουρδίζεται. Ο Χάξλεϊ περιέγραψε αυτή την παλινδρόμηση σαν κάτι το παράλογο και θεωρούσε την “τέλεια προσαρμογή σε μια αφύσικη κοινωνία” σαν σημάδι τρέλας.

Έχουμε προσαρμοστεί τόσο; Όχι ακόμη. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να υπερασπίζονται τα νοσοκομεία για να μην κλείσουν, το κίνημα κατά των περικοπών διαδηλώνει έξω από τράπεζες και έξι θαρραλέες γυναίκες σκαρφαλώνουν στο ψηλότερο κτήριο της Ευρώπης για να δείξουν το μέγεθος της καταστροφής που προκαλούν οι πετρελαϊκές εταιρείες στην Αρκτική.

Το φετινό φεστιβάλ του Μάντσεστερ περιλαμβάνει μια θεατρική παράσταση βασισμένη στο έπος του Σέλεϊ “Η Μάσκα της Αναρχίας”, ένα οργισμένο έργο για τη σφαγή του λαού του Λάνκασαϊρ, που το 1819 εξεγέρθηκε κατά της φτώχειας. Τον περασμένο Ιανουάριο, έγινε γνωστό ότι 600.000 κάτοικοι του Μάντσεστερ ζουν σήμερα σε συνθήκες “ακραίας φτώχειας” και ότι 1,6 εκατομμύρια -περίπου ο μισός πληθυσμός της πόλης- “διολισθαίνουν βαθύτερα στη φτώχεια”.

Η φτώχεια μαζικοποιείται. Το συγκρότημα του Πάρκχιλ στο Σέφιλντ ήταν κάποτε το σύμβολο των λαϊκών πολυκατοικιών. Σήμερα έχει ανακαινιστεί και ιδιωτικοποιηθεί. Τα δύο τρίτα των κατοικιών μετατράπηκαν σε μοντέρνα διαμερίσματα που στη συνέχεια πουλήθηκαν. Την ίδια στιγμή, 60.000 άτομα βρίσκονται στη λίστα αναμονής των προγραμμάτων κοινωνικής στέγης. Το Πάρκχιλ είναι πια το σύμβολο της βρετανικής κοινωνίας των δύο τρίτων σήμερα. Το ένα τρίτο τα πάει καλά, το δεύτερο αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα με δανεικά και το τρίτο βυθίζεται στη φτώχεια.

Παρότι η πλειονότητα των Βρετανών ανήκουν στην εργατική τάξη -ανεξάρτητα από το πού κατατάσσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους-, μια περιχαρακωμένη μειοψηφία κυριαρχεί στο Κοινοβούλιο, την ανώτατη διοίκηση και τα ΜΜΕ. Ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο Νικ και ο Εντ Μίλιμπαντ αποτελούν τους αυθεντικούς εκπροσώπους τους με μικρές μόνο τεχνικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων τους. Η μεγαλύτερη μεταφορά εισοδήματος προς τα πάνω στην Ιστορία είναι δεδομένη.

Για πόσο καιρό ακόμη οι Βρετανοί θα παρακολουθούν τις εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο παρά να θρηνούν για το εδώ και καιρό νεκρό Εργατικό Κόμμα; Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν δείχνουν την υποδομή ενός αστυνομικού κράτους που αναδύεται παντού στην Ευρώπη και κυρίως στη Βρετανία. Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν όλο και περισσότερη επίγνωση για όσα συμβαίνουν γύρω τους και οι κυβερνήσεις φοβούνται τη λαϊκή αντίσταση. Γι’ αυτό και εκείνοι που αποκαλύπτουν την αλήθεια απομονώνονται, δυσφημούνται και διώκονται.

Η πραγματική αλλαγή αρχίζει σχεδόν πάντοτε από το κουράγιο ανθρώπων που παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους αντιμαχόμενοι ισχρότερες δυνάμεις. Δεν έχει αλλάξει κάτι μέχρι σήμερα. Άμεση δράση. Κοινωνική ανυπακοή. Αλάθητο. Διαβάστε τον Σέλεϊ: “Είμαστε πολλοί, είναι λίγοι”. Και κάντε το.

Πηγή: The New Statesman

Αναδημοσίευση από την Αυγή

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

…ο Πεζοδρόμος

ΜΑΤ στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων στο Λαύριο