Για ποιους είναι «αίσιο» το αποτέλεσμα του Κανκούν;

Μέτα από ημέρες «αγωνίας», «σκληρών διαπραγματεύσεων κεκλεισμένων των θυρών», «διεθνών πιέσεων» κοκ, οι 190 χώρες (με την τιμητική εξαίρεση της Βολιβίας) που συμμετείχαν στη Διεθνή Σύνοδο για την Κλιματική Αλλαγή στον Κανκούν του Μεξικού, κατέληξαν σε μια «συμβιβαστική συμφωνία». Για την ακρίβεια, συμφώνησαν σε μια σειρά αποφάσεων που θα αποτελέσουν το υπόβαθρο για την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας, η οποία αναβάλλεται πάλι για τη διάσκεψη που θα πραγματοποιηθεί το 2011, στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής.

Στην πραγματικότητα, σε σχέση με το μόνο χειροπιαστό σημείο των διαπραγματεύσεων, δηλ. τη μείωση των αερίων ρύπων που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή, το μόνο που συμφωνήθηκε είναι πως οι χώρες που μετέχουν στο Κιότο πρέπει να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 25-40% έως το 2020, χωρίς ωστόσο να δεσμεύονται για το πώς θα το καταφέρουν αυτό, ενώ δεν εξασφαλίστηκε ούτε η προέκταση του Πρωτοκόλλου του Κιότο και στις υπόλοιπες χώρες. Στις συνολικές συμφωνίες δεν περιλαμβάνεται έτσι καμία συνολική δεσμευτική απόφαση για συγκεκριμένη μείωση των αερίων ρύπων που προκαλούν την κλιματική αλλαγή, παρά μόνο μια αφηρημένη κοινή «συμφωνία» περί της ανάγκης για μεγαλύτερη προσπάθεια από όλες τις χώρες, έτσι ώστε να διασφαλιστεί πως η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας δεν θα ξεπεράσει τους 2ο C.

Τα πιο σημαντικά όμως σημεία των συμφωνίων, δεν αφορούν το ίδιο το κλίμα και τους ρύπους, αλλά τη νέα ανερχόμενη «κλιματική διπλωματία» και, ακόμα περισσότερο, το νέο πεδίο κεφαλαιοποίησης που ανοίγεται για την παγκόσμια οικονομία μέσα από το εμπόριο των «δικαιωμάτων ρύπανσης». Έτσι, συμφωνήθηκε η ίδρυση ενός «Πράσινου Κλιματικού Ταμείου», με στόχο την ενίσχυση των φτωχότερων χωρών προς καθαρότερες τεχνολογίες, χωρίς ωστόσο να διευκρινιστεί από που θα αντληθούν οι πόροι για την χρηματοδότησή του. Ακόμα περισσότερο, η λειτουργία του νέου αυτού Ταμείου ανατέθηκε στην Παγκόσμια Τράπεζα, υποδεικνύοντας έτσι τους στόχους και τις προτεραιότητές του.

Δεύτερο χαρακτηριστικό σημείο είναι η συμφωνία για τον «μετριασμό της αποψίλωσης των δασών» REDD (Reducing Emissions from Deforestation and Forest Degradation in Developing Countries), η οποία επεκτείνει το εμπόριο των ρύπων που έχει ήδη εγκαθιδρυθεί με το Πρωτόκολλο του Κιότο, σε όλους τους φυσικούς πόρους. Παρέχει έτσι τη δυνατότητα στους ρυπαντές του βόρειου ημισφαιρίου να εξαγοράσουν τα δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα με αντάλλαγμα την προστασία των δασών στο νότιο ημισφαίριο.

Η στάση των οικολογικών κινημάτων

Παρόλα αυτά, οι μεγάλες περιβαλλονικές ΜΚΟ, βιάστηκαν να πανηγυρίσουν για την επίτευξη αυτής της «συμβιβαστικής» και προσωρινής συμφωνίας. Η Greenpeace αναφέρει ότι οι κυβερνήσεις επέλεξαν «την ελπίδα από το φόβο και κάνουν μία μικρή, αλλά σημαντική, αρχή για τη σωτηρία του πλανήτη από τις κλιματικές αλλαγές». Για τη WWF Ελλάδας «μια μάχη έφτασε στο τέλος της», αφού οι κυβερνήσεις των κρατών που μετείχαν στη διάσκεψη του ΟΗΕ «έδωσαν το φιλί της ζωής στο κλίμα».

Την αισιοδοξία αυτή δεν μοιράζονται όμως οι οργανώσεις των πολιτών που οργάνωσαν την Αντισύνοδο των οικολογικών και κοινωνικών κινημάτων. Χαρακτηριστικότερη στιγμή η Τρίτη, όπου χιλιάδες πολίτες από δεκάδες χώρες του κόσμου, αλλά κυρίως λατινοαμερικάνοι αγρότες, ιθαγενείς και ακτήμονες, συμμετείχαν σε μια μεγάλη διεθνή διαδήλωση στο κέντρο του Κανκούν, ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταστροφή της φύσης από το καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης. Η πορεία ξεκίνησε στις 10 το πρωί και κράτησε για περισσότερο από τρεις ώρες (βλ. σχετικό βίντεο)

Στην κεφαλή της διαδήλωσης μπήκαν οι αγρότες της περιοχής, οι οποίοι παλεύουν για μια ριζοσπαστική αλλαγή στο σύστημα της γεωργικής παραγωγής. Κρατώντας το νήμα από τη μεξικανική επανάσταση, κεντρικό τους σύνθημα ήταν «Zapata vive –la lucha sigue». Μαζί τους, διαδήλωναν και ντόπιοι χωρικοί με τις παραδοσιακές τους στολές.

Ακολουθούσαν συνδικάτα εργατών και αγροτών από το Μεξικό και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής-όπως η Γουατεμάλα ή Ισημερινός. Οι ομάδες τους επέκριναν το εμπόριο των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων (carbon trade) και την πώληση της γης στις πολυεθνικές εταιρίες, στο όνομα της «σωτηρία της φύσης». Συμμετείχαν επίσης αντιπροσωπείες κινημάτων από όλο τον κόσμο, από τις ΗΠΑ και τον Καναδα, ως την Ευρώπη και την Κίνα. Παραλλήλη κινητοποίηση οργάνωση και η παγκόσμια ένωση αγροτικών συνδικάτων, Via Campesina.  

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η στάση της κυβέρνησης της Βολιβίας, η οποία ήταν η μόνη που απέρριψε το «συμβιβαστικό» κείμενο και στάθηκε με την πλευρά των κινημάτων.

Η οικολογική κρίση ως κρίση υπερσυσσώρευσης

Όλες αυτές οι αντιθέσεις υποδεικνύουν ότι, παρά τις συνήθεις διακηρύξεις κάθε Διεθνούς Συνόδου για «κοινές ανάγκες», «κοινές απειλές», «κοινές προκλήσεις» κοκ, η οικολογική κρίση και η διαχείρισή της αποτελεί ένα πεδίο οξύτατου κοινωνικού ανταγωνισμού, όπου ταξικές ομάδες, μερίδες του κεφαλαίου, κοινότητες και κράτη ανταγωνίζονται για τον καταμερισμό των ήδη υπαρκτών κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και τελικά τον έλεγχο των φυσικών πόρων, δηλαδή των υλικών όρων της παραγωγής.

Παρά τα συνήθη λεγόμενα, το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις δεν είναι καθόλου «αναίσθητες» απέναντι στην οικολογική κρίση: από τη δεκαετία του ’50 κιόλας, σημαντικά think tank και διανοητές προειδοποιούν για τις συνέπειες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και αναζητούν τις δυνατότητες «πρασινίσματος» της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με κορυφαίο παράδειγμα την έκθεση της Λέσχης της Ρώμης το 1974 με τίτλο «Όρια στην Ανάπτυξη». Το ενδιαφέρον αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν είναι μόνο ο τόπος που παράγεται η οικολογική κρίση, αλλά και ο τόπος που αυτή αρχικά εκφράζεται. Όταν οι φυσικοί πόροι υποβαθμίζονται, όταν τα στοιχεία της φύσης κατά το μετασχηματισμό τους από την κοινωνική εργασία παίρνουν μορφές ακατάλληλες για την ίδια την παραγωγή, όταν γίνονται λιγότερο αποδοτικά, όταν χρειάζεται όλο και περισσότερη εργασία για τη χρήση τους, τότε αυτή η υλική υποβάθμιση θα μεταφραστεί αυτόματα σε αύξηση του κόστους παραγωγής, σχετική πτώση του ποσοστού του παραγόμενου κέρδους και, κατ’ επέκταση σε υποτίμηση ή/και καταστροφή τμημάτων του κεφαλαίου, με άλλα λόγια, σε έναν παράγοντα κρίσης υπερσυσσώρευσης.

Όπως λοιπόν και στο παραδοσιακό σενάριο της κρίσης υπερσυσσώρευσης, η τάση για διαρκή μεγέθυνση οδηγεί σε ανατροπές της υλικής σύνθεσης του κεφαλαίου με τελικό αποτέλεσμα την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Και στις δυο περιπτώσεις, η ίδια κινητήρια δύναμη, το ίδιο αποτέλεσμα: η απεριόριστη ανάπτυξη του κεφαλαίου προβάλλει ως όριο στον ίδιο της τον εαυτό. Συνεπώς, από οικονομική σκοπιά τουλάχιστον, η οικολογική κρίση δεν είναι παρά μια κρίση υπερσυσσώρευσης: μια κρίση πρωτόγνωρα ευρεία, που αγκαλιάζει καθολικά όλους τους υλικούς και κοινωνικούς όρους της παραγωγής, αλλά πάντως μια κρίση γνωστή και αναγνωρίσιμη.

Καθώς λοιπόν η οικολογική κρίση επιστρέφει στην κοινωνία ως κρίση υπερσυσσώρευσης και ως γενικότερη υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής μας, αυτό που διώχνεις από το παράθυρο, ξαναμπαίνει από την πόρτα. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, η πόρτα και το παράθυρο είναι δυο διαφορετικά πράγματα και μπορεί να απέχουν πολύ μεταξύ τους. Με άλλα λόγια: οι τομείς της κοινωνικής παραγωγής που προκαλούν την υποβάθμιση των υλικών όρων δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με αυτούς που την υφίστανται σε μεγαλύτερη ένταση. Το αντίθετο μάλιστα: φαίνεται ότι έχουν την τάση να την αποφεύγουν. Μια ρυπασμένη λίμνη λχ. μπορεί να χρησιμοποιείται από μια μεταλλευτική βιομηχανία ως χώρος απόθεσης αποβλήτων το ίδιο καλά όσο και μια καθαρή. Δεν μπορεί όμως να παράγει πια εξίσου καλά ψάρια. Η πτώση της παραγωγικότητας θα εκφραστεί έτσι πρώτα στην υποθετική αλιευτική βιομηχανία που χρησιμοποιεί την ίδια υποθετική λίμνη και μόνο μέσα από τη μεταβίβαση του κόστους στην αξία του εμπορεύματος και από εκεί στην αξία της εργασιακής δύναμης και το μισθό θα πληγεί και η υπαίτια βιομηχανία.

Αυτές οι μεταβιβάσεις όμως προϋποθέτουν ένα άπειρο πλήθος οικονομικών και πολιτικών μεσολαβήσεων με σαφώς αβέβαιη κατάληξη. Ακριβώς σε αυτό τον χώρο αναπτύσσεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός για τον καταμερισμό των συνεπειών της οικολογικής κρίσης. Αυτός ο ανταγωνισμός οξύνεται περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη ότι οι υλικοί όροι της παραγωγής είναι ταυτόχρονα και υλικοί όροι κάθε κοινωνικής –και φυσικής- δραστηριότητας: το έδαφος, το νερό, οι πόλεις, οι πλατείες, η εργασιακή δύναμη και οι φορείς της. Η υποβάθμισή τους μεταφέρεται έτσι από την κοινωνική παραγωγή σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής –και φυσικής- ζωής: η παραπάνω ρυπασμένη λίμνη δεν προσφέρεται πια επίσης ούτε για κολύμπι ούτε για ντεκόρ ρομαντικών περιπάτων.

Μια –ακόμα- αντίθεση λοιπόν που «αναπτύσσεται άνισα»: η οικολογική κρίση εκφράζεται με διαφορετική ένταση, με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετικές συνέπειες σε κάθε πεδίο παραγωγής, σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής, σε κάθε γειτονία, χώρα ή ήπειρο, ανεξάρτητα από τη συμβολή τους σε αυτήν. Δεν φταίμε όλοι το ίδιο και, κυρίως, δεν καλούμαστε να πληρώσουμε όλοι το ίδιο. Τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια της Ελλάδας, η κατανάλωση των κλιματιστικών στο Χονγκ-Κονγκ και η κοπή των δασών στη ρωσική τάιγκα, μπορεί να πνίγουν τους μαύρους στα γκέτο της Νέας Ορλεάνης αφήνοντας διψασμένες τις φυλές της υποσαχάριας Αφρικής.

Τελικά, μέσα από την οικολογική κρίση κάποιοι πληρώνουν αυτά που κάποιοι καρπώνονται δωρεάν – αυτό όμως στο επίπεδο της συνολικής κυκλοφορίας μεταφράζεται σε σχετική υπερκερδοφορία, δηλαδή σε καθαρή μεταφορά εισοδήματος, ή κοινώς κλοπή. Κάτι άλλωστε που συμβαίνει με κάθε άλλη εκδοχή της κρίσης.

Πίσω στην πρωταρχική συσσώρευση

Αυτή η ανισότητα αποτελεί εστία τεράστιων συγκρούσεων στις οποίες εμπλέκονται κεφάλαια, μικροπαραγωγοί, κράτη, κοινότητες, στρώματα εργαζομένων. Σε τελική ανάλυση, αυτό που διακυβεύεται μέσα από τέτοιες συγκρούσεις είναι ο άμεσος έλεγχος των υλικών όρων της παραγωγής, ακόμα και η σχέση ιδιοκτησίας τους. Τα δικαιώματα χρήσης των φυσικών πόρων καθορίζουν και τον τρόπο κατανομής του κόστους από την υποβάθμισή τους σε όλη την οικονομία και σε όλη την κοινωνία.

Αυτή η ρύθμιση είναι καταρχάς δουλειά του κράτους: περιορισμοί στην κατανάλωση ή στην παραγωγή αποβλήτων, επιβολή συστημάτων καθαρισμού, ρυθμίσεις των χρήσεων γης και άλλοι αναγκαστικοί μηχανισμοί μπορούν να περιορίσουν την περιβαλλοντική υποβάθμιση και να μεταφέρουν το κόστος της στη ρυπαίνουσα βιομηχανία. Απέναντι σε αυτή την απαράδεκτη παραβίαση της ελευθερίας της, η αγορά υπερασπίστηκε τη δυνατότητά της για «αυτορρύθμιση»: σύμφωνα με τη φιλολογία των «πράσινων οικονομικών», οι φυσικοί πόροι μπορούν να αποκτήσουν τιμή, να πωλούνται και να αγοράζονται προτού χρησιμοποιηθούν, ώστε να αποτρέπεται η υπερκατανάλωσή τους.

Μέσα από αυτή την εμπορευματοποίηση, το κεφάλαιο ενσωματώνει στον κύκλο του νέα στοιχεία, επεκτείνει τον έλεγχό του σε νέες φυσικές και κοινωνικές διαδικασίες αναπαραγωγής. Αυτό που πριν «υπήρχε από μόνο του», που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δωρεάν από όλους, παραγωγούς και μη, τώρα αναπαράγεται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του συνολικού κεφαλαίου. Όπως ακριβώς κάνανε κατά την «πρωταρχική συσσώρευση» οι άγγλοι τζέντλμαν και οι αμερικάνοι καουμπόηδες, μέσα από αυτή τη διαδικασία το κεφάλαιο ανοίγει νέα πεδία αξιοποίησης και ιδιοποιείται νέους υλικούς όρους: αστικοί χώροι και ορεινά δάση, υδάτινοι πόροι και άγρια ζώα, εντάσσονται στον κύκλο αναπαραγωγής του.

Το πρώτο μεγάλο πεδίο τέτοιας κεφαλαιοποίησης αποτελεί το εμπόριο των «δικαιωμάτων παραγωγής CO2», το οποίο κατοχυρώθηκε από το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η ατμόσφαιρα, ως φυσικός πόρος για την αποθήκευση των αερίων ρύπων τιμολογείται, εμπορευματοποιείται και κυκλοφορεί στην αγορά όπως οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Όπως είδαμε παραπάνω, η Σύνοδος του Κανκούν γενίκευσε αυτό το εμπόριο, εντάσσοντας πέρα από την ατμόσφαιρα τα δάση ως παραγωγούς οξυγόνου, μέσω της συμφωνίας REDD, ενώ αναμένονται και άλλες αντίστοιχες συμφωνίες που θα προκύψουν από τη δράση του «Κλιματικού Ταμείου» κάτω από τη διεύθυνση της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Έτσι, το «αίσιο» αποτέλεσμα του Κανκούν, δεν μπορεί να είναι «αίσιο» για όλους: και για τις πολυεθνικές του πετρελαίου (ή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας) και για τους μεξικανούς ακτήμονες, και για την κυβέρνηση των ΗΠΑ και για τους λαούς της Αφρικής, και για τον πράσινο Αλαφούζο και για τους βραζιλιάνους ιθαγενείς. Η οικολογική κρίση αποτελεί ένα τεράστιο πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων και η κατάληξή τους δεν προδιαγράφεται από καμιά διεθνή συμφωνία. Από αυτή τη σκοπιά, πολύ πιο σημαντική από κάθε «συμβιβαστική συμφωνία» είναι η στάση της κυβέρνησης της Βολιβίας, αφού για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγχρονης οικολογικής κρίσης μια κυβέρνηση αποδίδει ευθέως τις ευθύνες στα δυτικά κράτη, όχι για να παζαρέψει και αυτή ένα «μερίδιο ρύπανσης», αλλά για να απαιτήσει σκληρότερα μέτρα. Ακόμα περισσότερο όμως, η «μάχη του κλίματος» κρίνεται καθημερινά, σε κάθε σύγκρουση όπου η κοινωνία επιδιώκει να θέσει φραγμούς και ελέγχους στη δραστηριότητα του κεφαλαίου, να αντισταθεί στην ιδιοποίηση των φυσικών πόρων, ή ακόμα και να διεκδικήσει την ιδιοκτησία τους: στο Πάρκο της Ναυαρίνου, στο χώρο της ΔΕΘ, στα βουνά της Χαλκιδικής.

Νίκος Νικήσιανης, ομάδα alterthess

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Την έμπρακτη αλληλεγγύη τους ζητούν οι εργαζόμενοι του Βήματος από τους συναδέλφους τους στα ΝΕΑ

Κριτική εκ των έσω δέχεται ο Παπακωνσταντίνου